Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

σήμα

σήμα
Καθισμένη στη πέτρα
με το βιολί λίγο πιο πάνω απ'το λοβό
ίσα που διέκρινε το μωβ των ανθισμένων λίλιουμ

στις χαραμάδες του τοίχου
Φοβόταν μα της άρεσε αυτή η αφή
νόμιζε ήταν όνειρο
σαν εκείνο που πετούσαν οι ανθρώποι γύρω της στο σκοτάδι
μέχρι που στα χείλη ένιωσε το μεταξένιο φόρεμα.
Μια ανάμνηση
Γιατί απέδρασε?

Αγκαλιά αχόρταγη
πεινασμένη σκάει στα βράχια για κάποια γη
που χει σκοπό να κυλά μπρος πίσω
ξανά να κουλουριάζεται μανιασμένα
να αναμιγνύει τα σωθικά της
να περιμένει τις βροχές να φουσκώσει με οργή
και σκληρό ασήμι

Και μετά στην πόλη
γκρί καφέ κουτί χορεύει τα βράδια
χωρίς να θέλει να καταλαβαίνει
πιες κι άλλο'τι σημασία έχει τώρα
μισή φαντάζει που άλλες αγκαλιές ψάχνει
αιχμηρές
γιατί η δική σου τότε

αθώο παιδί

μέσα της δεν ένιωθε την ηδονή του λίγου πόνου
της λίγης ανασφάλειας
χαστούκια να τη ξυπνάνε στη ζωή
χειρουργικές λεπίδες να την ανοίγουν λουλούδι ώριμο
να αναπνέει από μέσα
την αληθινή ματαιότητα
Το πιο βαθύ νόημα
πως δεν υπάρχει νόημα

μηχανικά γεύτηκε τόσα κουτάλια
κάθε σάββατο βράδυ καινούριες πολιτείες
βουνά που ανάβλυζαν ποτάμια
ως άνομες ανταλλαγές χρυσής αθανασίας
κάτω από τα φώτα της ξεχασμένης ενοχής στις βρώμικες πλατείες
μα κάποια μουντἀ ξημερώματα ανούσια αγκαλιάζει το στρώμα
μετά από τόσο ξένο χώμα

ωραία είναι που σε ξανάδε λοιπόν

πιο ελεύθερη πλέον
και πιο σκληρή
και πιο ολοκληρωμένη
πιο γυναίκα
που δε σ' ενδιαφέρει πια

που μπορείς επιτέλους να την κάνεις κομμάτια

Ωραία που σε ξανάδε πιο για σένα να υπάρχεις

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Στο μετρό

Στο μετρό

Μεθάω αυτές τις στιγμές που νιώθεις θεός
που περπατάς κραδαίνοντας το χρόνο και το πάντα
στρείδι στο χέρι σου
φεγγοβολείς μια ελπίδα παράταιρη,

ίσως και παρελθοντική,
που δε σε νοιάζει το αύριο,μα τώρα
τα μαλλιά σου γεννούν χιλιάδες φωτεινά "εγώ"και"κοιτάξτε με"
χωρίς προσπάθεια,χωρίς ανασφάλεια

μια πολύχρωμη αχτίδα με διαπερνά
με δένει με ανοιξιάτικα φιλιά κι αιώνες ερώτων κάτω απ'τα δέντρα
το γλυκό λευκό και το αειθαλές κόκκινο.

Μέσα σε μια στιγμή μυρίζω το άφθαρτο των είκοσι χρόνων

πόσο ζηλεύω-ζηλεύω-ζηλεύω
Θέλω να ζήσεις όσα δεν έζησα
να ζητήσεις τον κόσμο κόμπο για εσἐνα
γιατί για εσένα αξίζει που υπάρχει
που είσαι τόσο όμορφη όσο ίσως ήμουν κι εγώ
πριν μάθω πως υπάρχω
να σε αγγίξω για να κερδίσω λίγη αθανασία
νύφη μιας οδυνηρής αποδοχής
ή να σε γεννήσω πριν ξεχαστώ,
κόρη αμαζόνα άφοβη
να με φτύσεις ξανά στο μέλλον ολοκαίνουρια

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

apriori τυφλές

Αλληλούια στην άνοιξη του σκοταδιού
στην ακατάπαυστη παραφιλολογἰα των συνωμοσιολόγων
που αποδεικνύονται πλέον ούτε αληθείς,μα ούτε και λάθος.

που είστε τώρα μικρά φωτεινά μυαλουδάκια
που η ανθρωπότητα ποτέ δεν προσκύνησε στο μεγαλείο σας
παρά τρία ζήτω ηχολαλούσαν πάντα στη λατρεία του φόβου?

που είστε τώρα
που έχετε λουφάξει
σαστισμένα χειλάκια διστάζουν να ανοίξουν
αλλά τι να πουν άλλωστε

ιντελλεκτουαλικά αυνανιζόμενες μωρές παρθένες
καθηγήτριες-ελιτίστριες πλύστρες
πιθανολογούσατε πως πλέετε σε θάλασσες ιδεών
μα μπροστά σας δε βλέπατε πως πνίγεστε στο βούρκο

και τα πόδια σας δε τα χάιδευαν τα φύκια
μα τα νανούριζαν μηχανορράφες σκέψεις
αυλικοί διπρόσωποι που σας αγόρασαν σε κίνηση ΜΑΤ

Που είστε τώρα που χρη η ελπίδα?
που είστε τώρα που η νεολαία ματώνει
οι εργαζόμενοι βογκάνε
οι γέροι σέρνονται στους δρόμους?

και δε μπορώ πιο καθαρά να το πω
πως τα μάτια καίνε κάθε στιγμή σαν πρωινό αυγούστου
κάθε φορά που με έναν άνθρωπο μιλώ
και δεν φωτίζει ούτε ένα χρώμα τις εκφράσεις
μόνο σκληροί γκρεμοί και μεγάλες αποφάσεις

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

βλέποντας τα τρένα να πετούν

Ζήτησες τα μάτια της κρύσταλλα
έτσι δεν κλαίνε πια
σφίγγες τρυπάνια τους μπήγουν κεντριά
σαν τολμήσει και στάξει η σκέψη παρελθόν

Μονάχα κάποιες ανύποπτες μέρες
μια κρυφή μελαγχολία στο στήθος τη σφίγγει
το μυαλό της καίει στον πάγο
τα χέρια κομμένα που τόλμησε και θέλ(γ)ησε
αυτό που χρυσάφι ορκίστηκε και στάχτη απ'τα δάκτυλα χύθηκε

Τότε πηγαίνει στο σταθμό των τρένων
βλέπει τους ανθρώπους να φεύγουν
σα τις μέρες που έφυγαν χωρίς να έρθουν, από επιλογή

Μπαίνει σ'αυτούς που ακόμα χορεύουν στις ροζ γκρι κεραίες του σούρουπου
και μυρίζει τον ερωτά τους σα να ήτανε δικός της
ένας άλλος που θα ρθει,γιατί αυτός ήταν ψέμα?
ή μήπως έτσι δεν πονά?

το βλέμμα αφήνει πουλί δεμένο
πάνω απ'την πόλη,
τη γριά τρομαγμένη
πάλαι πότε ακριβοθώρητη πόρνη ξεπεσμένη.
http://www.youtube.com/watch?v=I2uVRMBD5RY

this is how the world ends,not with a bang but a whimper

Σα σήμερα,μάλλον σαν αύριο,

καθαρός ουρανός,σχεδόν ανοιξιάτικη ευφροσύνη.
Ηρεμία στο δρόμο,ένα ζευγάρι φιλιέται
κι ένα παιδί δείχνει τον αδέσποτο σκύλο
με το παραπονιάρικο βλέμμα
Ο γραβατωμένος εργάτης τεμαχίζει μηχανικά το κουλούρι του
τινάζοντας τα ψίχουλα απ'το πουκάμισο
καθώς μια ζητιάνα καθισμένη κάτω,δίπλα στο παγκάκι
γελάει και γλείφει το παγωτό που στάζει πάνω της

Τα χρώματα κάπως θαμπά απ'τον ήλιο
Γιατί τόσο λίγος κόσμος?
Σηκώνεις το βλέμμα και τα τεράστια κόκκινα γράμματα της σκονισμένης τζαμαρίας απέναντι
'ΠΩΛΕΙΤΑΙ'

Μέχρι να τελειώσεις το τσιγάρο, φωνές
η ζητιάνα πυροβόλησε το σκύλο και τον τρώει μπροστά σας με τα σαπισμένα της δόντια
Το ζευγάρι βαρέθηκε πια
και το παιδί με ένα πατίνι τρέχει στο άπειρο του άγνωστου για να σωθεί
Γιατί εκεί-στα πόδια της στάσης Ακαδημίας κι Ασκληπιού-
έχει ανοίξει μια τσιμεντένια μαύρη τρύπα στη γη και τους ρουφάει όλους
τινάζοντας στον αέρα μονάχα ροκανίδια απ'τις μπαγιάτικες ψυχές μας.

Μέσα απ'το νέφος βλέπεις τα ελικόπτερα της ασφάλειας να φτύνουν φλεγόμενες ρουκέτες
ξεγυμνώνοντας τα σκουλικιασμένα σωθικά της σκ/λαβωμένης μάνας γης.

Το Γουδή είναι πλέον ένα τεράστιο γκρι μανιτάρι

Κρατάς το χέρι σου μπροστά απ'το στόμα να μη μυρίζεις το μπαρούτι της σκέψης.
Κάτι ακούς.
Κάτι
κάτι
κάτι

'Καφές και νερό,δυο ευρώ-δικά σας δεν είναι?δύο ευρώ'
Α,ναι. Ένας καφές θα σου κάνει καλό.


συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι
αποσυμπύκνωση

this is how the world ends not with a bang but a whimper..

ως και 10 λεπτά φαντασίωσης τη μέρα

Γιατί τόσα πολλά 'ίσως';
Πως να'ναι σίγουρη όμως
που ποθεί πάντα το άρρητο,τ'ανέφικτο
να το πιάσει τεράστιο για να καούν τα χέρια της
κι αυτή κλαίγοντας από ηδονή να το σκίσει στα δύο
και να χύσει στο στήθος το φλεγόμενο χρυσό
να φωτίζει ο ήλιος τη μέρα
και το σχήμα-νεκρό κοχύλι,ψυχρό μα όμορφο-
να το καρφιτσώσει με μόχθο,βαρύ παρελθόν
στην κουρτίνα της ζωής της

ως άλλη μια απιθανότητα που έγινε αλἠθεια.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

με γεια το κούρεμα

Έκοψε τα μαλλιά της όχι από θρήνο
μα να μη θυμίζει σε τίποτα εκείνο το κορίτσι
που ανοήτα δόθηκε δίχως να δει τους όρους
μόνο αν υπέφερε θα θελες να υπάρχει
βαμπίρ να ρουφάς την ψυχή της

Κάθε τρίχα σκόρπισε στο δωμάτιο
σαν φτερά που δε θα ξαναπετάξουν
οι χιλιάδες στιγμές σκοτεινές ευχές της να σε ξαναγευόταν
μα το καταπολέμησε έχοντας μονάχα ανιδιοτελείς μεγάλες προσδοκίες
-αυτό κι αν φάντασε εχθρικό-
τα μάζεψε όλα με μια σκούπα για σκόνη

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

ακουμπώντας το μυαλό σε σκιές και μπλογκ

Τότε
στην πορτοκαλί αχτίδα απ'το παράθυρο καθώς έμπαινε
τα μπράτσα σου δίχρωμα ιριδιστά
και τα χείλη σου ξερά μισάνοιχτα

Η τελευταία μέρα του κόσμου κι έχει αφόρητη ζέστη.

Αγκυλώνομαι πάνω στο όραμα
το πανωφόρι της ύπαρξης που κρυώνει κι υποφέρει
μα με γούστο ιδιότροπο δε φορά ό,τι κι ό,τι.

Με απειλεί πως θα σ'αφήσω μόνη.
μα αν μ'αφήσεις πρώτη εσύ,
σε ποιόν θα έχω να ακουμπάω το μυαλό μου σαν με βαραίνει

Ίσως είχε μια μικρή δόση αλήθειας

Σκέφτομαι τη μυρωδιά του ανέμου όταν φιλάει τους κορμούς των δέντρων το πιο βαθύ βράδυ
τα χείλη που πότε ρωτούν και πότε αναμένουν/αυτουργοί της πιο γλυκειάς σφαγής.
τα χέρια μήτρες θεραπευτικής νιρβάνας.
Κλείνω τα μάτια και κρατώ το ποδαράκι σου
ανατριχιάζω με τη δαγκωματιά σου στην πλάτη μου
δεμένη αγκαλιά να ιχνηλατώ το σώμα σου
άπειρες ακόρεστες διαδρομές
και δεν αναπνέω για να ακούω την αναπνοή σου
και τρέμω τη βια της λέξης
και την προλογισμένη τιμωρία της απληστίας μου
και ρουφώ ανορθολογικά πρωινά στο σώμα σου
ατράνταχτα κλαδιά νταμάρια να με τυλίγουν
να ηρεμεί στη γη με θέα τη γυμνή λίμνη της κλείδας
και να πυκνώνουν οι ρίζες σου μέσα μου
και να ρέεις πάνω μου,φύση μου
κέρασμα δανεικό του καλοκαιριού τα μύρτιλλα.

Οι τρεις φίλες του Φεντερίκο Γκαρθία

Τι απατηλό που είναι το παρόν.
Νομίζει κανείς πως είναι παντοτινό ώρες ώρες.

Τρεις από τις πιο τραυματικές εμπειρίες στην ιατρική είχαν να κάνουν με το τέλος.
Πρώτη,μια 32χρονη που ουσιαστικά πέθανε στα χέρια μου-απέπνευσε την άλλη μέρα.
Κι ήθελε τόσο πολύ να ζήσει.Έκλαιγε περιγραφοντάς μου πως παντρεύτηκε η αδερφή της κι αυτή δεν πήγε(ήταν πολύ άρρωστη),και πως δε θα την ξαναδει.Ήταν δεν ήταν 40 κιλά στην αγκαλιά μου όταν τη μετέφερα από το καροτσάκι στο κρεβάτι καθώς μου διηγούταν.
Όλα στα επείγοντα.

Η δεύτερη,μια 35χρονη στην ιατροδικαστική-τελευταία μέρα.
Ετοιμάστηκε,έφτιαξε τα μαλλιά της,βάφτηκε,έβαλε τις γόβες της,τα κοσμηματά της,φόρεσε τα καλά της και μια γερή θηλιά.

Τρίτη μια 15χρονη.Σκληρό θέαμα.
Μπήκα στο δωμάτιο της ΜΕΘ και τραβούσε απεγκεφαλισμούς,καμμιά επαφή με τον κόσμο,γυμνό σφριγηλό σώμα με μια πεταλούδα δεξιά στη λεκάνη,σύντομα από χου εις χουν.
Μη αναστρέψιμη κατάσταση,είχε πάρει οργανοφωσφορικά.

Μου πήρε πολύ χρόνο να ξεπεράσω αυτές τις εμπειρίες.
Ίσως να προτιμούσα να μη τις είχα ζήσει.3 περιπτώσεις με τρανταχτό τέλος.
Παραδόξως,τις βίωσα παρόμοια συναισθηματικά.
3 άνθρωποι που αντιστάθηκαν μέχρι τελευταίας στιγμής και δε θέλησαν να παραδοθούν,ο καθένας με το δικό του τρόπο,στη μοίρα τους.
Δε νομιμοποιώ την αυτοκτονία.Εν αντιθέσει,τη θεωρώ λιποταξία.Όμως για αυτούς τους ανθρώπους,τα ύστατα χαίρε τους ήταν αν μη τι άλλο -ηθελημένα ή όχι,μίζερα ή όχι-δηλώσεις πως η ζωή δεν αξίζει μονάχα για να τρως και να αναπνέεις,μα πως κάθε ένας θέλει να βρει το νοημά του,να ζήσει και να βιώσει πράγματα που να τον γεμίζουν και να τον κρατούν ακέραιο.
Η πρώτη ήθελε να ζήσει πλἐον μέχρι και ένα λεπτό παραπάνω,έστω και γεμάτο παράπονο.
Η δεύτερη ήθελε να ζήσει μια αγάπη που έχασε.
Και η τρίτη μια άλλη ζωή που ένιωθε πως δε θα ζούσε.

Αν και η πρώτη ήταν μίζερη(πολύ),με σόκαρε αυτή η κραυγή για περισσότερες στιγμές και πόσο νωρίς είναι,και πόσο πριν απ΄όλο αυτό πίστευε ότι θα ζούσε και μετά τα 32 και πρόσμενε τα καλλίτερα για μετά,αλλά να που τώρα τα κοκκαλιάρικα κίτρινα δακτυλάκια της γραπώνονται απ'το χέρι μου,το κίτρινο του κεριού στην άσπρη ιατρική ρόμπα και τα μάτια της γεμάτα δάκρυα-χαμένες ελπίδες για το αύριο που δεν ήρθε ποτέ.

Η δεύτερη,χρόνια καταθλιπτική,ήταν σα να έλεγε : ό,τι νομίζω πως ήθελα να ζήσω το έζησα,μα τώρα κενό.Απ'το να καταλήξω ένα νεκροζώντανο αποξηραμένο κουφάρι,κυράτσα γεροντοκόρη,προτιμώ μια εντυπωσιακή -όπως πάντα- έξοδο,έστω και στο τίποτα.
Γιατί μπροστά στο πτώμα,καταλαβαίνεις πια,πως δεν υπάρχει κάτι άλλο πλέον.

Και η τρίτη ψιθύριζε : Να που ήρθα,αλλά και σ'αυτό το λίγο υπέφερα.Δε με ενδιαφέρει το μετά γιατί τίποτα δε μου εγγυάται καλλίτερους δρόμους.Ώρα να φεύγω πριν κι άλλα συμβούν,μάλλον τρέχω σ'άλλες ταχύτητες και δε το σηκώνει όλο αυτό το σύστημά μου.

(Παρένθεση,οι δυο τελευταίες ήταν και οι δυο όμορφες,η πρώτη εντυπωσιακή,η δεύτερη μια κούκλα με λατινοαμερικάνικα χαρακτηριστικά,και οι δυο χωρίς κάποιο μέλος οικογένειας.
Δεν έχω ακόμα,και μάλλον δεν πρόκειται,αποκωδικοποιήσει αν έπαιξε κάτι κάποιο ρόλο).

Αυτά τα συμβάντα με είχαν σημαδέψει αρκετά για καιρό που δε μπορούσα να τα χαρακτηρίσω.

Πλέον πιστεύω πως το τέλος υπογραμμίζει την ύπαρξη.Κι έχει δυο χρησιμότητες.
Ο Θάνατος από μόνος του δεν είναι θλιβερός ή ευχάριστος.(άλλο ζήτημα ο κοινωνικός θρήνος).Ο θάνατος για τον καθένα είναι ο απολογισμός· το μέσο να αξιολογήσεις αν όλο αυτό είχε τελοσπάντων κάποια ουσία και με το 'ναι' να ηρεμήσεις,ή αντίθετα να πανικοβληθείς που δεν μπορείς πια να γλείψεις το χρόνο σου,κι ό,τι ήταν,ήταν.

Η άλλη του χρησιμότητα,σε πιο παραγωγικό επίπεδο,είναι πως η γνώση και η συνειδητοποίηση του -κάθε είδους- τέλους σε ξυπνάει και σε σε παρακινεί να γευτείς στην ολότητά του το εκάστοτε κάθε τι. Διότι δεν έχεις άπειρο χρόνο και πόσο ανόητο είναι να τον αφήνεις αυτός να κάνει τον κύκλο του κι εσύ απλά να τον κοιτάς να τρέχει σε άναρχη τυφλή τροχιά γύρω σου,αντί να τον τιθασεύσεις,να του δώσεις το σχήμα,το άρωμα,το χρώμα και την υφή που θες εσύ και να κάνεις τη ζωή,ζωή Σου.

κι εσύ μικρέ θρασύ βαυκαλιζόμενε απατεωνίσκε,κάθεσαι και ψευτοκλαίγεσαι που δεν έχεις πια να χαριεντίζεις πούρα και ακριβά ουίσκια , και πως τι είναι η ζωή χωρίς αυτά.
και μιζεριάζεις · ενοχοποιημένος, κομπλεξικός μικροαστός, που σου χάρισαν χρυσούς δήθεν καθρέφτες να φαντάζεις τεράστιος, μα τώρα ξεφτυσμένοι αντανακλούν την ξιπασμένη αλήθεια σου .
Κρίση σαρακιάζει τη βαθιά σου ύπαρξη και σε ξυπνά απ'τον επίπλαστα ευημερή σου λήθαργο- κρίση είναι οι δόσεις που δεν έχεις πια να πληρώσεις την πλάσμα τηλεόραση - Είναι που δε σου φτάνει πια η πρέζα της αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι για να παραπλανήσεις τα βράδια σου,με κατασταλτική άνοστη διασκέδαση, τις δυσανάγνωστες πληγές σου, που χάσκουν υστερικά : την κατάκοιτη νεογνή σκέψη, την ουδέποτε ελεύθερη επιθυμία, την σκοτεινή άβυσσο του κενού σου.

Ευαγγελισμός 00.53πμ

Στο απρόσμενο της νύχτας
λούστηκα με κέδρο στο κέντρο της Αθήνας
ανάμεσα στην τέρψη του καλοστημένου θρήνου
του βωβού πόνου
του χθεσινού τοστ,
Πλανώμενα τσόφλια υστερικά ταυτολογούμενα
εγωκεντρικά φερόμενα σε ετερόφωτες εννοιολογήσεις
οι μεγάλες πόρτες των επειγόντων θροίζουν συνεχώς
παραδοξολογώντας το αποστειρωμένο μπαρ,
ατελείωτη βαβούρα,φώτα,κόσμος,φωνές,κι άπειρη αλκοόλη΄
για τα χέρια

Σχεδόν περνάμε καλά σ'αυτό το πάρτυ.

Τα μάτια σου βουλιάζουν σαν γέρικες βαρκούλες
πάνω στις ρυτίδες κύματα,
γυαλίζουν στην πανσέληνο και χάνουν το νόημα.
15 ώρες εφημερία.
"Ξέρεις,ήθελα να γίνω σκηνοθέτης"
και στην επόμενη γουλιά το χαμένο όνειρο έχει ήδη εξατμιστεί
στον υγρό άνεμο της ταράτσας.

Λέξεις Παλέτες

Γιατί λοιπόν να μη μπορώ να ζωγραφίσω με χρώματα.
Ίσως διότι.
Έτσι πρέπει να ζωγραφίζω με τις λέξεις.
Δυσκολία μεγάλη.Να είσαι πιστός σἀυτά που έχεις νιώσει,αυτά που έχεις ζήσει,αυτά που έχεις βιώσει και να μη σε καταπιεί η τρικυμία της γλώσσας και των πεπερασμένων λέξεων με τις άπειρες έννοιες-να μη σε οδηγήσει εκεί που θέλει αυτή.
Να (μη) θες να πεις κάτι και τελικά να,να που γράφεις κάτι που του μοιάζει,αλλά δεν είναι αυτό.
το κοιτάς
το ξανακοιτάς
τελικά πείθεσαι.
Ξεχνάς την αρχική γεύση της σκέψης.
Είναι βέβαια και τα φίλτρα στη μέση.
Να,ορίστε που δε θέλω καν να μου το αποδεχτώ.
Αλλά υπάρχουν.
Όσο δεν έχω πιει είναι κομπιαστική διαδικασία,μα θα προσπαθήσω να το εξηγήσω έστω και λίγο.
Είναι που σκέφτεσαι κάτι,
κάτι σχεδόν άρρητο.
Και πρέπει να το χωρέσεις σε λέξη.
Να το κυνικοποιήσεις-γαμημένα διότι ο ανεπτυγμένος μας πολιτισμός δεν έχει μάθει τίποτα περισσότερο για να αποθηκεύουμε τα άρρητα,παραμόνο τρεις μεθόδους:
Τη μουσική
τη ζωγραφική
τη γλώσσα
ίσως το χορό?

Ίσως δεν υπάρχουν καν άλλες μέθοδοι-αυτή η ανάγκη βρήκε το δρόμο της από νωρίς,μα πάντα κάτι θα χάνει στις εκφάνσεις και τα νοήματα.
Και να περιγράψεις όλο αυτό το κατακλυσμιαίο ώρες ώρες-όταν το νιώσεις/αν το νιώσεις/αν ποτέ το νιώσεις,είναι σαν όλος ο ουρανός να ηχεί επικές μελωδίες,τα αστέρια βιολιά,πιάνο,σαξόφωνο,κρουστά μήπως τα σύννεφα?-κι εσύ να είσαι υποχρεωμένος να το μετουσιώσεις όλο αυτό με μόνο σου εργαλείο ένα νάυλον ντέφι.
Και να είσαι όσο πιο ειλικρινής γίνεται.
Αυτή είναι η πιο μεγάλη δυσκολία.
Γιατί το υποψιάζεσαι.
Πως γράφεις ψαρεύοντας τις λέξεις από μια τεχνητή λίμνη,μα οι κατάλληλες νύφες είναι αυτές που χορεύουν ελεύθερες πίσω απ'τον τοίχο που φτάνει η ηθική συνείδησή σου.
Μα δεν έχεις το θάρρος
ούτε καν μπροστά στον εαυτό σου να σταθείς
να τους χτυπήσεις την πόρτα
ή να μην κολώσεις να μπεις στα σκοτεινά
και να τις αδράξεις με το ζόρι.
Γιατί,σιγά μην έχουν πόρτα
σιγά μη σε περιμένουν
αυτές οι έννοιες είναι γυμνές
κι αρνούνται να ντυθούν με λέξεις,
θα πρέπει να τις βιάσεις για να τις κατακτήσεις
να τις φέρεις έξω χτυπημένες,πληγωμένες,
μα πλέον φανερές.
Με αμοιβαίο πόνο.

Γιατί η σκέψη,η πραγματικά ελεύθερη denovo σκέψη-
ΛΑΘΟΣ.ούτε καν σκέψη.
Αίσθηση και έκφραση της αίσθησης
που νομίζουμε πως είναι σκέψη,
αλλά δεν είναι.
Είναι παιδί γονιμοποιημένο μέσα μας,
προερχόμενο ίσως έξω από εμάς.Μα δε ξέρουμε πως.
απλά το τέκνουμε και το ξερνάμε
αν τελικά είμαστε δυνατοί.
Αυτή λοιπόν η έκφραση.
Η denovo,η ειλικρινής,η ελεύθερη έκφραση της ίσως σκέψης,του τα μάλα αισθήματος..
Είναι σα την ηδονή.
Πρέπει να την διεκδικήσεις με μια
γλυκειά
και με σεβασμό
αλλά άφοβη
ΒΙΑ