Ζήτησες τα μάτια της κρύσταλλα
έτσι δεν κλαίνε πια
σφίγγες τρυπάνια τους μπήγουν κεντριά
σαν τολμήσει και στάξει η σκέψη παρελθόν
Μονάχα κάποιες ανύποπτες μέρες
μια κρυφή μελαγχολία στο στήθος τη σφίγγει
το μυαλό της καίει στον πάγο
τα χέρια κομμένα που τόλμησε και θέλ(γ)ησε
αυτό που χρυσάφι ορκίστηκε και στάχτη απ'τα δάκτυλα χύθηκε
Τότε πηγαίνει στο σταθμό των τρένων
βλέπει τους ανθρώπους να φεύγουν
σα τις μέρες που έφυγαν χωρίς να έρθουν, από επιλογή
Μπαίνει σ'αυτούς που ακόμα χορεύουν στις ροζ γκρι κεραίες του σούρουπου
και μυρίζει τον ερωτά τους σα να ήτανε δικός της
ένας άλλος που θα ρθει,γιατί αυτός ήταν ψέμα?
ή μήπως έτσι δεν πονά?
το βλέμμα αφήνει πουλί δεμένο
πάνω απ'την πόλη,
τη γριά τρομαγμένη
πάλαι πότε ακριβοθώρητη πόρνη ξεπεσμένη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου