Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

σήμα

σήμα
Καθισμένη στη πέτρα
με το βιολί λίγο πιο πάνω απ'το λοβό
ίσα που διέκρινε το μωβ των ανθισμένων λίλιουμ

στις χαραμάδες του τοίχου
Φοβόταν μα της άρεσε αυτή η αφή
νόμιζε ήταν όνειρο
σαν εκείνο που πετούσαν οι ανθρώποι γύρω της στο σκοτάδι
μέχρι που στα χείλη ένιωσε το μεταξένιο φόρεμα.
Μια ανάμνηση
Γιατί απέδρασε?

Αγκαλιά αχόρταγη
πεινασμένη σκάει στα βράχια για κάποια γη
που χει σκοπό να κυλά μπρος πίσω
ξανά να κουλουριάζεται μανιασμένα
να αναμιγνύει τα σωθικά της
να περιμένει τις βροχές να φουσκώσει με οργή
και σκληρό ασήμι

Και μετά στην πόλη
γκρί καφέ κουτί χορεύει τα βράδια
χωρίς να θέλει να καταλαβαίνει
πιες κι άλλο'τι σημασία έχει τώρα
μισή φαντάζει που άλλες αγκαλιές ψάχνει
αιχμηρές
γιατί η δική σου τότε

αθώο παιδί

μέσα της δεν ένιωθε την ηδονή του λίγου πόνου
της λίγης ανασφάλειας
χαστούκια να τη ξυπνάνε στη ζωή
χειρουργικές λεπίδες να την ανοίγουν λουλούδι ώριμο
να αναπνέει από μέσα
την αληθινή ματαιότητα
Το πιο βαθύ νόημα
πως δεν υπάρχει νόημα

μηχανικά γεύτηκε τόσα κουτάλια
κάθε σάββατο βράδυ καινούριες πολιτείες
βουνά που ανάβλυζαν ποτάμια
ως άνομες ανταλλαγές χρυσής αθανασίας
κάτω από τα φώτα της ξεχασμένης ενοχής στις βρώμικες πλατείες
μα κάποια μουντἀ ξημερώματα ανούσια αγκαλιάζει το στρώμα
μετά από τόσο ξένο χώμα

ωραία είναι που σε ξανάδε λοιπόν

πιο ελεύθερη πλέον
και πιο σκληρή
και πιο ολοκληρωμένη
πιο γυναίκα
που δε σ' ενδιαφέρει πια

που μπορείς επιτέλους να την κάνεις κομμάτια

Ωραία που σε ξανάδε πιο για σένα να υπάρχεις

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Στο μετρό

Στο μετρό

Μεθάω αυτές τις στιγμές που νιώθεις θεός
που περπατάς κραδαίνοντας το χρόνο και το πάντα
στρείδι στο χέρι σου
φεγγοβολείς μια ελπίδα παράταιρη,

ίσως και παρελθοντική,
που δε σε νοιάζει το αύριο,μα τώρα
τα μαλλιά σου γεννούν χιλιάδες φωτεινά "εγώ"και"κοιτάξτε με"
χωρίς προσπάθεια,χωρίς ανασφάλεια

μια πολύχρωμη αχτίδα με διαπερνά
με δένει με ανοιξιάτικα φιλιά κι αιώνες ερώτων κάτω απ'τα δέντρα
το γλυκό λευκό και το αειθαλές κόκκινο.

Μέσα σε μια στιγμή μυρίζω το άφθαρτο των είκοσι χρόνων

πόσο ζηλεύω-ζηλεύω-ζηλεύω
Θέλω να ζήσεις όσα δεν έζησα
να ζητήσεις τον κόσμο κόμπο για εσἐνα
γιατί για εσένα αξίζει που υπάρχει
που είσαι τόσο όμορφη όσο ίσως ήμουν κι εγώ
πριν μάθω πως υπάρχω
να σε αγγίξω για να κερδίσω λίγη αθανασία
νύφη μιας οδυνηρής αποδοχής
ή να σε γεννήσω πριν ξεχαστώ,
κόρη αμαζόνα άφοβη
να με φτύσεις ξανά στο μέλλον ολοκαίνουρια

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

apriori τυφλές

Αλληλούια στην άνοιξη του σκοταδιού
στην ακατάπαυστη παραφιλολογἰα των συνωμοσιολόγων
που αποδεικνύονται πλέον ούτε αληθείς,μα ούτε και λάθος.

που είστε τώρα μικρά φωτεινά μυαλουδάκια
που η ανθρωπότητα ποτέ δεν προσκύνησε στο μεγαλείο σας
παρά τρία ζήτω ηχολαλούσαν πάντα στη λατρεία του φόβου?

που είστε τώρα
που έχετε λουφάξει
σαστισμένα χειλάκια διστάζουν να ανοίξουν
αλλά τι να πουν άλλωστε

ιντελλεκτουαλικά αυνανιζόμενες μωρές παρθένες
καθηγήτριες-ελιτίστριες πλύστρες
πιθανολογούσατε πως πλέετε σε θάλασσες ιδεών
μα μπροστά σας δε βλέπατε πως πνίγεστε στο βούρκο

και τα πόδια σας δε τα χάιδευαν τα φύκια
μα τα νανούριζαν μηχανορράφες σκέψεις
αυλικοί διπρόσωποι που σας αγόρασαν σε κίνηση ΜΑΤ

Που είστε τώρα που χρη η ελπίδα?
που είστε τώρα που η νεολαία ματώνει
οι εργαζόμενοι βογκάνε
οι γέροι σέρνονται στους δρόμους?

και δε μπορώ πιο καθαρά να το πω
πως τα μάτια καίνε κάθε στιγμή σαν πρωινό αυγούστου
κάθε φορά που με έναν άνθρωπο μιλώ
και δεν φωτίζει ούτε ένα χρώμα τις εκφράσεις
μόνο σκληροί γκρεμοί και μεγάλες αποφάσεις

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

βλέποντας τα τρένα να πετούν

Ζήτησες τα μάτια της κρύσταλλα
έτσι δεν κλαίνε πια
σφίγγες τρυπάνια τους μπήγουν κεντριά
σαν τολμήσει και στάξει η σκέψη παρελθόν

Μονάχα κάποιες ανύποπτες μέρες
μια κρυφή μελαγχολία στο στήθος τη σφίγγει
το μυαλό της καίει στον πάγο
τα χέρια κομμένα που τόλμησε και θέλ(γ)ησε
αυτό που χρυσάφι ορκίστηκε και στάχτη απ'τα δάκτυλα χύθηκε

Τότε πηγαίνει στο σταθμό των τρένων
βλέπει τους ανθρώπους να φεύγουν
σα τις μέρες που έφυγαν χωρίς να έρθουν, από επιλογή

Μπαίνει σ'αυτούς που ακόμα χορεύουν στις ροζ γκρι κεραίες του σούρουπου
και μυρίζει τον ερωτά τους σα να ήτανε δικός της
ένας άλλος που θα ρθει,γιατί αυτός ήταν ψέμα?
ή μήπως έτσι δεν πονά?

το βλέμμα αφήνει πουλί δεμένο
πάνω απ'την πόλη,
τη γριά τρομαγμένη
πάλαι πότε ακριβοθώρητη πόρνη ξεπεσμένη.
http://www.youtube.com/watch?v=I2uVRMBD5RY

this is how the world ends,not with a bang but a whimper

Σα σήμερα,μάλλον σαν αύριο,

καθαρός ουρανός,σχεδόν ανοιξιάτικη ευφροσύνη.
Ηρεμία στο δρόμο,ένα ζευγάρι φιλιέται
κι ένα παιδί δείχνει τον αδέσποτο σκύλο
με το παραπονιάρικο βλέμμα
Ο γραβατωμένος εργάτης τεμαχίζει μηχανικά το κουλούρι του
τινάζοντας τα ψίχουλα απ'το πουκάμισο
καθώς μια ζητιάνα καθισμένη κάτω,δίπλα στο παγκάκι
γελάει και γλείφει το παγωτό που στάζει πάνω της

Τα χρώματα κάπως θαμπά απ'τον ήλιο
Γιατί τόσο λίγος κόσμος?
Σηκώνεις το βλέμμα και τα τεράστια κόκκινα γράμματα της σκονισμένης τζαμαρίας απέναντι
'ΠΩΛΕΙΤΑΙ'

Μέχρι να τελειώσεις το τσιγάρο, φωνές
η ζητιάνα πυροβόλησε το σκύλο και τον τρώει μπροστά σας με τα σαπισμένα της δόντια
Το ζευγάρι βαρέθηκε πια
και το παιδί με ένα πατίνι τρέχει στο άπειρο του άγνωστου για να σωθεί
Γιατί εκεί-στα πόδια της στάσης Ακαδημίας κι Ασκληπιού-
έχει ανοίξει μια τσιμεντένια μαύρη τρύπα στη γη και τους ρουφάει όλους
τινάζοντας στον αέρα μονάχα ροκανίδια απ'τις μπαγιάτικες ψυχές μας.

Μέσα απ'το νέφος βλέπεις τα ελικόπτερα της ασφάλειας να φτύνουν φλεγόμενες ρουκέτες
ξεγυμνώνοντας τα σκουλικιασμένα σωθικά της σκ/λαβωμένης μάνας γης.

Το Γουδή είναι πλέον ένα τεράστιο γκρι μανιτάρι

Κρατάς το χέρι σου μπροστά απ'το στόμα να μη μυρίζεις το μπαρούτι της σκέψης.
Κάτι ακούς.
Κάτι
κάτι
κάτι

'Καφές και νερό,δυο ευρώ-δικά σας δεν είναι?δύο ευρώ'
Α,ναι. Ένας καφές θα σου κάνει καλό.


συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,
συμπύκνωση κι αποσυμπύκνωση,συμπύκνωση κι
αποσυμπύκνωση

this is how the world ends not with a bang but a whimper..

ως και 10 λεπτά φαντασίωσης τη μέρα

Γιατί τόσα πολλά 'ίσως';
Πως να'ναι σίγουρη όμως
που ποθεί πάντα το άρρητο,τ'ανέφικτο
να το πιάσει τεράστιο για να καούν τα χέρια της
κι αυτή κλαίγοντας από ηδονή να το σκίσει στα δύο
και να χύσει στο στήθος το φλεγόμενο χρυσό
να φωτίζει ο ήλιος τη μέρα
και το σχήμα-νεκρό κοχύλι,ψυχρό μα όμορφο-
να το καρφιτσώσει με μόχθο,βαρύ παρελθόν
στην κουρτίνα της ζωής της

ως άλλη μια απιθανότητα που έγινε αλἠθεια.