σήμα
Καθισμένη στη πέτρα
με το βιολί λίγο πιο πάνω απ'το λοβό
ίσα που διέκρινε το μωβ των ανθισμένων λίλιουμ
στις χαραμάδες του τοίχου
Φοβόταν μα της άρεσε αυτή η αφή
νόμιζε ήταν όνειρο
σαν εκείνο που πετούσαν οι ανθρώποι γύρω της στο σκοτάδι
μέχρι που στα χείλη ένιωσε το μεταξένιο φόρεμα.
Μια ανάμνηση
Γιατί απέδρασε?
Αγκαλιά αχόρταγη
πεινασμένη σκάει στα βράχια για κάποια γη
που χει σκοπό να κυλά μπρος πίσω
ξανά να κουλουριάζεται μανιασμένα
να αναμιγνύει τα σωθικά της
να περιμένει τις βροχές να φουσκώσει με οργή
και σκληρό ασήμι
Και μετά στην πόλη
γκρί καφέ κουτί χορεύει τα βράδια
χωρίς να θέλει να καταλαβαίνει
πιες κι άλλο'τι σημασία έχει τώρα
μισή φαντάζει που άλλες αγκαλιές ψάχνει
αιχμηρές
γιατί η δική σου τότε
αθώο παιδί
μέσα της δεν ένιωθε την ηδονή του λίγου πόνου
της λίγης ανασφάλειας
χαστούκια να τη ξυπνάνε στη ζωή
χειρουργικές λεπίδες να την ανοίγουν λουλούδι ώριμο
να αναπνέει από μέσα
την αληθινή ματαιότητα
Το πιο βαθύ νόημα
πως δεν υπάρχει νόημα
μηχανικά γεύτηκε τόσα κουτάλια
κάθε σάββατο βράδυ καινούριες πολιτείες
βουνά που ανάβλυζαν ποτάμια
ως άνομες ανταλλαγές χρυσής αθανασίας
κάτω από τα φώτα της ξεχασμένης ενοχής στις βρώμικες πλατείες
μα κάποια μουντἀ ξημερώματα ανούσια αγκαλιάζει το στρώμα
μετά από τόσο ξένο χώμα
ωραία είναι που σε ξανάδε λοιπόν
πιο ελεύθερη πλέον
και πιο σκληρή
και πιο ολοκληρωμένη
πιο γυναίκα
που δε σ' ενδιαφέρει πια
που μπορείς επιτέλους να την κάνεις κομμάτια
Ωραία που σε ξανάδε πιο για σένα να υπάρχεις