Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

κάπου αλλού

Όπου κι αν στέκεσαι κάπου αλλού μια λέξη θέλει να βγει
Μισή εδώ κυλάς και απορείς που φτάνει
κρατιόσουν με τα νύχια μέχρι που αποδείχτηκες τρελή για αυτό τον κόσμο
φλερτάροντας με μια αποσύνδεση απ'την πραγματικότητα

στον καθρέφτη ένα ολὀγραμμα,
απροσδιόριστο σχήμα,
μπαίνεις μέσα και πιστεύεις τα πάντα
αφήνοντας πίσω μια μαραμένη σάρκα
σπίτι φυλακή μιας ψυχής
που συνεχίζει να υπάρχει πιο καθημερινή
γήινη αιμορραγούσα εαυτή

Κι έτσι η μισή ελεύθερη και η μισή με σώμα
θυμάσαι πλέον
πως γελούσες και το κορμί σου κήπος όπως ποτέ ξανά
πως θρηνούσες και το μωβ άβυσσος
όπως ποτέ πια

μες στον καθρέφτη ζωή θα κυλήσεις
με συμβατικά χαμόγελα
σχεδόν,
σχεδόν ευτυχισμένη

Μα μη λυπάσαι
-αν νιώθεις πια όσο ένα δάκρυ-
κάπου άλλου
σε μια όαση
σαν μια άλλη αλίκη
που μικραίνει και παίζει επικίνδυνα με τρελοκαπελάδες
ίσως αν είσαι τυχερή
θα σε βρω σε έναν ύπνο βαθύ
να κυλιστούμε ένα ολόκληρο στο δάσος

και σαν φτάσει το πρωί
τα μάτια θα ανοίξουμε με δώρο
το χαμόγελο της ψευδαίσθησης
μιας αληθινής ελευθερἰας


δυο λεπτά σκέψη

Στις λευκές σιωπές του πρωινού
ακούς να ψιθυρίζουν οι στιγμές του μέλλοντος
κουβάρι τυλιγμένο
μπερδεύει τη σκέψη λίγο ακόμα

που δε ξέρεις πλέον τι θα είναι αλήθεια και τι ήταν όνειρο
όλα αγκαλιά χορεύουν τώρα στο γκρι φόντο του μυαλού σου
παιδιά που κρύβονται στο σκοτάδι
κι ένα γέλιο ακούς από παντού

μα όπου κι αν γυρίσεις στάχτη κι έρημος
αναρωτιέσαι τι έφταιξες και σ αφήσαν μόνο οι γλυκές παρθένες που θα ζούσες
να παλεύεις να βρεις τα λογικά σου
και την προλογισμένη δυστυχία της μη ελευθερίας

Πόσο σκληρή η αλήθεια δεσμώτης

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

στη γύαλα

Ζω την ευτυχία
μέσα από μικρά τυχαία αγγίγματα
αχνογραμμένες μέρες μεταξύ ρεαλισμού και αφασίας

Πιάνω το τώρα και το σέρνω στα ονειρά μου
φύλακας να ναι στα θυμικά μου

κι όταν η θλίψη στάζει στο νου
στο μαυροπίνακα της διαδρομής
υπήρξαν κι άλλα χρώματα θα θυμηθείς

χτυπώντας την πλάτη στην ψυχή σου

40 βράδια

Δωρική κολώνα ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη
στο λευκό κοιμάται η πολυπόθητη ηδονή

παιδικά χαμόγελα σε ξύπνησαν στον κόσμο
μα κατηγόρια καμμιά

ποιό βλέμμα να'ναι λάθος
αλλά γιατί να πρέπει να'ναι?

τρυγώ το λωτό της αναγγελμένης λήξης
και μέχρι να τελειώσει θα χω φύγει είπα
μα στα κρυφά
κι άλλο λίγο κι άλλο λίγο

που ένιωσα λάβα ζεστή
κι αγκαλιά ακριβείας
τα χέρια μου πόθησα
να δω πως είναι να καίγονται απελπισμένα
μα εσύ αγία μάνα προστάτιδα τα έπιασες και με έστειλες
με γερακίσιο βλέμμα
της γνώσης
άλλες ζωές να ζήσω
ελεύθερη εξ'αρχής
τη σκυτάλη πέρασες
γεμάτη μονάδα να μαζέψω

αγάπη ζωογόνα
κι αποχωρισμό γλυκό γκρεμό